ευρυμάθεια

ευρυμάθεια
η начитанность; учёность, широкая образованность, эрудиция

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ευρυμάθεια" в других словарях:

  • ευρυμάθεια — η ευρύτητα τής μάθησης, η γνώση πολλών πραγμάτων, η πολυμάθεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυμαθής. Η λ. μαρτυρείται από το 1866 στον Κωνστ. Σάθα] …   Dictionary of Greek

  • φιλοκαλία — η, ΝΜΑ [φιλόκαλος] 1. αγάπη για το ωραίο, καλαισθησία 2. ως κύριο όν. Φιλοκαλία εκκλ. απάνθισμα τών συγγραμμάτων τού Ωριγένους,το οποίο συνέταξαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός μσν. αρχ. φροντίδα, προσοχή αρχ. 1. καλαίσθητη… …   Dictionary of Greek

  • φιλοσοφία — Ο όρος, που σημαίνει αγάπη της σοφίας, αναφέρεται για πρώτη φορά στον Πυθαγόρα. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, και μεταξύ αυτών ο Κικέρων και ο Διογένης Λαέρτιος, αφηγούνται ότι ο Πυθαγόρας, διατρέχοντας την Ελλάδα, έφτασε στον Φλιούντα, όπου ο Λέων …   Dictionary of Greek

  • Βάις, Πέτερ — (Peter Weiss, Βερολίνο 1916 – 1982). Γερμανός λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ζωγράφος. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, το 1934 υποχρεώθηκε να φύγει από τη ναζιστική Γερμανία και αφού πέρασε από την Αγγλία και την Πράγα (1936… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Επιφάνιος — I Όνομα αγίων της Ανατ. ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Επίσκοπος Σαλαμίνος Κύπρου (315; – 401). Φημιζόταν για τη γλωσσομάθεια και την ευρυμάθειά του καθώς και για τις επισκέψεις του σε πολλούς ξένους τόπους. Σε νεαρή ηλικία ασκήτεψε στην Αίγυπτο. Μετά… …   Dictionary of Greek

  • Καρατζάς, Νικόλαος — (1705 – 1765). Λόγιος. Ήταν γνώστης πολλών γλωσσών και εμβριθής μελετητής της ελληνικής φιλολογίας της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Διασώθηκαν πολλά βιβλία και χειρόγραφα της πλούσιας βιβλιοθήκης του με σχόλια και προσωπικές του… …   Dictionary of Greek

  • Κορνάρο — (Cornaro). Επώνυμο οικογένειας ευγενών της Βενετίας. 1. Αντρέα (Andrea, Βενετία 1479 – Κύπρος 1473). Δούκας της Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της διοίκησής του εκδηλώθηκε η έβδομη επανάσταση των Κρητικών εναντίον της Βενετίας, με αρχηγό τον Λέοντα… …   Dictionary of Greek

  • Κυδώνης — Επώνυμο οικογένειας λογίων και πολιτικών της υστεροβυζαντινής περιόδου. 1. Δημήτριος (Θεσσαλονίκη 1324; – Βενετία ή Κρήτη 1397/8). Πολιτικός, θεολόγος και συγγραφέας. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια, έλαβε επιμελημένη μόρφωση και έδειξε την… …   Dictionary of Greek

  • Μαμπιγιόν, Ζαν — (Jean Mabillon, Σεν Πιερμόν, 1632 – Παρίσι, 1707). Γάλλος λόγιος. Ήταν το πέμπτο παιδί μιας αγροτικής οικογένειας. Πήρε τα πρώτα μαθήματά του από τον δάσκαλο της κοινότητας και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του κοντά στον θείο του, εφημέριο της Νεβίλ. Το …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»